ἐμματαιάζω

ἐμματαιάζω
ἐμ-ματαιάζω, auch ἐμματαΐζω, u. ἐμ-ματάζω, sich bei etwas töricht benehmen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐμματαιάζειν — ἐμματαιάζω talk idly pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμματαιάζοντες — ἐμματαιάζω talk idly pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμματαιάζοντος — ἐμματαιάζω talk idly pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμματαιάζουσα — ἐμματαιάζω talk idly pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμματαιάζουσαι — ἐμματαιάζω talk idly pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμματαιάζων — ἐμματαιάζω talk idly pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμματάζω — ἐμματᾴζω και ἐμματαΐζω και ἐμματαιάζω (Α) 1. ματαιολογώ, μιλάω ασυλλόγιστα 2. άκριτα αφοσιώνομαι σε κάποιον …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”